- εδεστός
- ἐδεστός, -ή, -όν (Α) [έδω]1. φαγώσιμος, εδώδιμος2. καταφαγωμένος, καταναλωμένος3. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἐδεστόνφαγητό, φαγώσιμο, έδεσμα.
Dictionary of Greek. 2013.
Dictionary of Greek. 2013.
ἐδεστός — eatable masc nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐδεστόν — ἐδεστός eatable masc acc sg ἐδεστός eatable neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐδεστοῖς — ἐδεστός eatable masc/neut dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐδεστή — ἐδεστός eatable fem nom/voc sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐδεστά — ἐδεστά̱ , ἐδεστής eater masc nom/voc/acc dual ἐδεστής eater masc voc sg ἐδεστής eater masc nom sg (epic) ἐδεστός eatable neut nom/voc/acc pl ἐδεστά̱ , ἐδεστός eatable fem nom/voc/acc dual ἐδεστά̱ , ἐδεστός eatable fem nom/voc sg (doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐδεστῶν — ἐδεστής eater masc gen pl ἐδεστός eatable fem gen pl ἐδεστός eatable masc/neut gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
αθριπήδεστος — ἀθριπήδεστος, ον (Α) ο μη σκωληκόβρωτος, αυτός που δεν έχει φαγωθεί από σκουλήκια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ στερητ. + θριπ , θ. του θρίψ θριπός, ο (= σκουλήκι που τρώει το ξύλο, το σαράκι) + ἐδεστός, ρημ. επίθ. του ρ. ἔδω «τρώω», με έκταση του ε σε η (… … Dictionary of Greek
θριπήδεστος — θριπήδεστος, ον (Α) 1. σκουληκοφαγωμένος φρ. «σφραγίδια θριπήδεστα» τα πρώτα σκουληκοφαγωμένα ξύλα, που χρησίμευαν ως σφραγίδες. [ΕΤΥΜΟΛ. < θριψ, ιπός + ήδεστος < εδεστός (< έδω «τρώω»), με έκταση τής αρχικής συλλαβής λόγω τής συνθέσεως] … Dictionary of Greek
ἐδεσταί — ἐδεστής eater masc nom/voc pl ἐδεστός eatable fem nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐδεστοῦ — ἐδεστής eater masc gen sg ἐδεστός eatable masc/neut gen sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)